Thursday, December 9, 2010

Dream a little dream of me ♥




Αφού δε μπορώ να κοιμηθώ, θα μοιραστώ μαζί σας μια όμορφη ιστορία....

It begins on the island of feelings; an island where all the "feelings" lived. There was Happiness, Sadness, Knowledge and a few others, including Love.

One day an earthquake hit and destroyed the island. It was announced that the island was sinking, and everyone needed to build a boat and leave, so all of the feelings constructed their own boats and left.

Everyone that is except for Love. Love was the only one who stayed behind. Love had decided it wanted to hold out until the last possible moment. When the island had almost sunk, Love who had not built its own boat began asking for help.

Richness passed by Love in a big beautiful boat. Love said, "Richness, can you please take me with you?". Richness answered, "No, I can't. There is a lot of gold and silver in my boat. There is no place here for you."

Love saw Vanity who was also passing by in a big vessel and yelled out, "Vanity, please help me!". "I can't help you, Love. You are all wet and might damage my boat," Vanity answered.

But then Sadness was close by and so Love asked, "Sadness, let me go with you."
But sadness was depressed and answered, "I am sorry Love, I am just so sad that I need to be by myself!"

Then Happiness passed by Love, but she was so happy that she did not even hear when Love was calling for her.

Suddenly, there was a majestic voice, "Come, Love, I will take you." It was an elderly feeling. So overjoyed was Love that it even forgot to ask the elderly feeling where they were going. When they arrived on dry land, the elder went on her own way. Realizing how grateful it was for being rescued...

Love asked Knowledge, another elder, "Who Helped me?". "It was Time," Knowledge answered. "Time?" asked Love. "But why did Time help me?"

Knowledge smiled with deep wisdom and answered, "Because only Time is capable of understanding how valuable Love is."


Καλό σας βράδυ!

Sunday, November 21, 2010

Θανάσης Αλευράς


Αχ αχ! Το "παιδί" θαύμα που όλοι αγαπάμε!

Αυτό το post είναι απλά ένα αφιέρωμα στον αγαπημένο μου Θανάση.. Δεν χρειάστηκε πολυ για να με μαγέψει και σίγουρα όσοι τον έχουν δει επί σκηνής, καταλαβαίνουν πάρα πολύ καλά τί εννοώ! Τι να πρωτοδιαλέξουμε φέτος?
Να τον ακολουθήσουμε από τη Μόσχα μέχρι τη Νέα Υόρκη - με μία στάση στην Άνω Ζάππα - και αφού έχουμε αλλάξει 2-3 μέσα, στους Ήρωες?

Μήπως να παρακολουθήσουμε την πολυτάραχη, αστεία, συγκινιτική ζωή του Νεκτάριου σε μία γειτονιά της Αθήνας, στη Φουρκέτα?
Ή τελικά αυτό που μας χρειάζεται είναι ένα δίωρο μαζί του, με μουσικό background από Ελεωνόρα Ζουγανέλη και Ησαΐα Ματιάμπα στο Σταυρό του Νότου??
Θανάσης.. Και όσοι γνωρίζουν, τον αγαπούν! :)

Wednesday, October 28, 2009

Το Μονόγραμμα..

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Sunday, November 9, 2008

Saturday, November 8, 2008

* Truth or dare? *



Κ εγώ λοιπόν με τη σειρά μου δέχομαι την πρόσκληση της μικρής Penny Lane και συνεχίζω το παιχνιδάκι....


1. Ποιο μυστικό θα ήθελες περισσότερο να ξέρεις?



Χμμμμμμ.... Για να δούμε.... Ξέρω πολλά μυστικά η αλήθεια είναι αλλά δε μπορώ να σκεφτώ τώρα κάτι. Μάλλον αν είχα να διαλέξω αυτή τη στιγμή θα έλεγα ένα μυστικό που αφορά τον προϊστάμενό μου, έτσι ώστε να τον εκβιάσω κ να με απολύσει για να μου δώσει κ αποζημίωση. Μουχαχαχα! (Τόσο σοβαρά πράγματα αγαπητή Ελένη!)



2. Πόσους ανθρώπους του αντίθετου φύλου έχεις αγαπήσει πραγματικά?



Εξαιρώντας συγγενείς και φίλους, θα έλεγα 1 σίγουρα και μετά μπορεί 1 ακόμα. Θα σου πω σε λίγους μήνες! ;)



3. Αναγκάζεσαι να αλλάξεις το όνομα σου. Ποιο όνομα θα διάλεγες;



Sam!



4. Τι θα χάραζες στην ταφόπετρα σου?



No ReGretS!!



5. Διάλεξε ένα παραμύθι που πιστεύεις πως σου ταιριάζει απόλυτα.



Peter Pan!


6. Διάλεξε καινούριους γονείς!



Ναι ναι!! Τον Ross και την Rachel!! (Αχ βρε Μαργαριτούλα μου!)



7. Γράψε τα τελευταία διάσημα λόγια σου.


Love.... ♥



8. Αν ήσουν συγγραφέας ποιος θα ήταν ο τίτλος του πρώτου σου μυθιστορήματος?


Stop and Think!



9. Αν ήσουν αυτοκίνητο τι μάρκα θα ήσουν?


Jeep Wrangler



10. Αν ήσουν άγριο ζώο τι θα ήσουν?


Κατάμαυρο Mustang!!


11. Για τι πράγμα μετανιώνεις περισσότερο?


Για τίποτα! Ακόμα....



12. Πες κάτι για το οποίο θα ήθελες να σε θυμούνται.


Ας βρει ο καθένας οτι πιστεύει οτι αξίζει περισσότερο να θυμάται. Πιστεύω οτι μπορώ να δώσω σε κάποιον επιλογές να διαλέξει....



13. Θα θυσίαζες την ζωή σου για κάποιον?


Πιθανότατα ναι, για κάποιον/α που αγαπάω πραγματικά πολύ!

Saturday, November 1, 2008

* ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ *


I carry your heart with me, I carry it in my heart....
I am never without it, anywhere I go you go, my dear; and whatever is done by only me is your doing, my darling.
I fear no fate, for you are my fate, my sweet.
I want no world, for beautiful you are my world, my true.
And it's you are whatever a moon has always meant.
And whatever a sun will always sing is you....

Here is the deepest secret nobody knows. Here is the root of the root and the bud of the bud and the sky of the sky of a tree called life; which grows higher than the soul can hope or mind can hide.
And this is the wonder that's keeping the stars apart....

I carry your heart, I carry it in my heart....